Δερματοφυτίαση σε γάτα
Η ΔΕΡΜΑΤΟΦΥΤΙΑΣΗ ΤΗΣ ΓΑΤΑΣ
1 Νοεμβρίου 2016

ΟΙ ΔΕΡΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΛΕΪΣΜΑΝΙΩΣΗ (ΚΑΛΑ-ΑΖΑΡ) ΤΟΥ ΣΚΥΛΟΥ

Λεϊσμανίωση

ΓΕΝΙΚΑ

Η λεϊσμανίωση του σκύλου (ΛΣ) ή Καλά-Αζάρ, είναι πολυσυστηματικό λοιμώδες νόσημα με παγκόσμια εξάπλωση, οφείλεται σε διάφορα είδη του πρωτόζωου Leishmania sp., που ανήκει στην τάξη των Kinetoplastida και την οικογένεια των Trypanosomatidae Στην Ελλάδα, όπως εξάλλου και στις άλλες παραμεσόγειες χώρες, η νόσος έχει ενδημικό χαρακτήρα, με κύριο υπεύθυνο είδος τη Leishmania infantum. Η τελευταία είναι διφασικό πρωτόζωο που ολοκληρώνει τον βιολογικό της κύκλο σε σπονδυλωτούς (σκύλος, τρωκτικά, άνθρωπος) και ασπόνδυλους (είδη σκνιπών) ξενιστές. Το παράσιτο μεταδίδεται στο σκύλο με τα νύγματα των θηλυκών σκνιπών (Phlebotomus sp.), για να πολλαπλασιαστεί στη συνέχεια μέσα στα μακροφάγα κύτταρα του δέρματος, των βλεννογόνων και των σπλάχνων.

Η κλινική εικόνα της ΛΣ παρουσιάζει τέτοια ποικιλομορφία ώστε να κάνει αρκετά δύσκολη τη διαφορική διάγνωση από άλλα συστηματικά νοσήματα ή δερματοπάθειες.

ΔΕΡΜΑΤΙΚΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ

Οι δερματικές αλλοιώσεις που αποτελούν τη συχνότερη και εντυπωσιακότερη κλινική εκδήλωση της ΛΣ, βασικά περιλαμβάνουν την αποφολιδωτική δερματίτιδα (ΑΔ), τα άτονα έλκη (χείλη πτερυγίων αυτιών, οστέϊνες προεξοχές), τα οζίδια και τις πλάκες, τη φλυκταινώδη δερματίτιδα και την ονυχοπάθεια. Οι αλλοιώσεις αυτές συνήθως έχουν χρόνια εξέλιξη, κατά κανόνα δεν είναι κνησμώδεις και μερικές φορές παρουσιάζουν συμμετρική διάταξη.

Στις λιγότερο συχνές αλλοιώσεις περιλαμβάνονται η υπερκεράτωση του ακρορρινίου και των πελματικών φυμάτων, τα βλεννογονοδερματικά έλκη, το διάχυτο ερύθημα, η εστιακή υποτρίχωση με πολυάριθμα κόμεδα και οι λειχηνόμορφες πλάκες.

Στην ΑΔ παρατηρείται εστιακή, πολυεστιακή ή διάχυτη αλωπεκία-υποτρίχωση, που είναι ιδιαίτερα εμφανής στην κεφαλή, τα πτερύγια των αυτιών και τα άκρα. Το τρίχωμα τις περισσότερες φορές είναι θαμπό, ξηρό, εύθραυστο και ανορθωμένο και συνοδεύεται από ξηρή, λιπαρή ή μικτή σμηγματόρροια. Η ΑΔ χαρακτηρίζεται από ελαφρού ως έντονου βαθμού αποφολίδωση που μπορεί να συνοδεύεται από ερύθημα ή υπερχρωμία. Οι πιτυρόμορφες και αμιαντόμορφες φολίδες, εκτός από την κεφαλή, εντοπίζονται στην εξωτερική επιφάνεια του κορμού και των άκρων και μόνο σπάνια στην εσωτερική τους και την κάτω επιφάνεια του κορμού. Η δερματική αυτή μορφή της ΛΣ μοιάζει αρκετά με ορισμένες ανοσολογικές δερματοπάθειες ή με εκείνες που χαρακτηρίζονται από διαταραχές της κερατινοποίησης.

Τα έλκη, που εκτός από τα σημεία τριβής του δέρματος και τα βλεννογονο­δερματικά όρια, μπορεί να εντοπίζονται στα πελματικά φύματα και τα χείλη των πτερυγίων των αυτιών, συνήθως έχουν στρογγυλό ή ωοειδές σχήμα, είναι επιφανειακά ή βαθειά και έχουν διάμετρο από 1 ως 5cm. Οι αλλοιώσεις αυτές μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της αγγειϊτιδας από ανοσοσύμπλοκα ή ακόμη και της άμεσης δράσης του παρασίτου.

Τα δερματικά οζίδια και οι πλάκες, που εμφανίζονται σπανιότερα από τις προηγούμενες αλλοιώσεις, είναι μονήρη ή πολλαπλά και ενδέχεται να έχουν εξελκωμένη επιφάνεια. Για το είδος αυτό των δερματικών αλλοιώσεων η προδιάθεση συγκεκριμένων φυλών αμφισβητείται. Επειδή στα επιχρίσματα παρακέντησης με λεπτή βελόνη ή την ιστοπαθολογική εξέταση των βιοψιών από τα δερματικά οζίδια-πλάκες ο αριθμός των αμαστιγωτών μορφών που αποκαλύπτεται είναι μεγάλος, δεν υπάρχει δυσκολία ως προς τη διαφοροποίησή τους από τα νεοπλάσματα του δέρματος, τα βακτηριδιακά, μυκητιακά ή άσηπτα κοκκιώματα-πυοκοκκιώματα ή από άλλους μη νεοπλασματικούς όγκους.

Στη φλυκταινώδη δερματίτιδα οι φλύκταινες ή ό,τι μένει μετά τη ρήξη τους, εντοπίζονται κυρίως στην κάτω επιφάνεια του κορμού και την εσωτερική επιφάνεια των άκρων. Όμως στα επιχρίσματα αποτύπωσης από το περιεχόμενο των φλυκταινών αντί των ουδετερόφιλων κυριαρχούν τα λεμφοκύτταρα και τα μακροφάγα, που συνήθως περιέχουν το παράσιτο.

Η διαφορική διάγνωση, της σπάνιας στην πράξη δερματικής αυτής μορφής, πρέπει απαραίτητα να περιλαμβάνει την βακτηριδιακή θυλακίτιδα, τη φυλλώδη και ερυθηματώδη πέμφιγα, την υποκεράτια φλυκταινώδη και την εωσινοφιλική φλυκταινώδη δερματίτιδα.

Η σταφυλοκοκκική λοίμωξη, που συχνά επιπλέκει τις δερματικές αλλοιώσεις της ΛΣ, θα μπορούσε να οφείλεται στην ξηροδερμία, τη σμηγματόρροια και τη μειωμένη αντίδραση της κυτταρικής ανοσίας. Τέλος, τα νύχια ενδέχεται να παρουσιάζουν υπερβολική ανάπτυξη και κύρτωση (ονυχογρύπωση), η οποία τις περισσότερες φορές δεν συνοδεύεται από ονυχόσχιση ή ονυχομαλάκυνση. Παρονυχία παρουσιάζεται σε μικρό αριθμό περιστατικών, ενώ η έντονη υπερκεράτωση και εξέλκωση των πελματικών φυμάτων μπορεί να προκαλέσει ακόμη και κινητικά προβλήματα. Τα πελματικά φύματα εμφανίζονται πεπαχυμένα, σκληρά και όχι σπάνια διακρίνονται ραγάδες, διαβρώσεις και έλκη.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι οι δερματικές αλλοιώσεις που αναφέρθηκαν δεν παρατηρούνται σε κάθε περίπτωση λεϊσμανίωσης στο σκύλο. Μπορεί δηλαδή το ζώο να έχει το νόσημα χωρίς να έχει δερματικές αλλοιώσεις !

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Οι δερματικές αλλοιώσεις που παρατηρούνται στη ΛΣ δεν είναι ειδικές, δηλαδή μπορούν να παρατηρηθούν και σε άλλα νοσήματα, ενώ κάποιες από αυτές είναι το αποτέλεσμα επιπλοκών. Για το λόγο αυτό θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να προσκομίζεται το ζώο στον κτηνίατρο για την ακριβή διάγνωση και την εφαρμογή της κατάλληλης θεραπείας στη συνέχεια.